Η Βασιλική (+εξουσία), το μισθοδικείο και ο «έντιμος» βίος

Ε-Κοινωνία

Θάνου χωρίς Βασιλική (εξουσία)

Η σύζευξη δύο -στα μάτια μου ασύμβατων- ιδιοτήτων, συνδικαλίστριας και δικαστού…

Η προκλητική, έμπλεος ζήλου, προβολή εκ μέρους της, στις χειρότερες μάλιστα μνημονιακές μέρες, ενός πνεύματος ακραία κορπορατίστικου: «εμείς είμαστε μόνο 4.000», «μην έχετε καμία αμφιβολία, θα προσφύγουμε στο ‘μισθοδικείο’» κοκ…

Η –όχι μόνον επί των ημερών της, είναι αλήθεια- ταχύτητα της δικαίωσης των δικαστών, ως προς τις διεκδικήσεις αναδρομικών, σε κραυγαλέα αντίθεση με τη βραδύτητα της απονομής δικαιοσύνης για τους εκτός Ιερατείου θνητούς (και με παρέκταση της παραγραφής που, μόνο γι’ αυτούς, κρίθηκε πενταετής)…

Οι ακραία γενναιόδωρες για τον κλάδο αποφάσεις του λεγόμενου ‘μισθοδικείου’, δηλαδή του δικαστηρίου του άρθρου 99 του Συντάγματος, με την προβλεπόμενη στο 88&2 σύνθεση, τα οποίο συγκροτείται από –επωφελούμενους- δικαστές και πρόσωπα εκ της φύσεως της δουλειάς τους ουδόλως επιθυμούντα να συγκρουστούν με τον δικαστικό κλάδο: επιδικάστηκαν πάνω από 400.000 ευρώ αναδρομικά και έντοκα, με τόκο αδικοπραξίας, στον κάθε ανώτατο δικαστή, εφόσον ως αντισυνταγματική κρίθηκε όχι μόνο η περικοπή των μισθών, αλλά και η υστέρησή τους έναντι των 10.000 ευρώ μηνιαίως που ελάμβανε ο ένας και μοναδικός πρόεδρος της επιτροπής επικοινωνιών…

Η εμμονή της στην ποινική δίωξη του Σταύρου Τσακυράκη…

Η χυδαία εύνοια προς το πρόσωπό της της κυβέρνησης Σύριζα, που έφτασε να μην πληρώσει τις –ταυτοχρόνως με αυτήν του Αρείου Πάγου- κενωθείσες θέσεις προέδρων των δύο άλλων ανωτάτων δικαστηρίων, προκειμένου να εξαναγκάσει τον ΠτΔ να τη διορίσει πρωθυπουργό… (Είχα τότε αρθρογραφήσει, μαζί με τον καθηγητή Δημοσίου Δικαίου Πάνο Λαζαράτο στην Καθημερινή, υποστηρίζοντας –επειδή μια ‘διακριτική’ προεδρική αρμοδιότης δεν μπορεί να καταστεί ‘δεσμία’ και επειδή, κατά το συνταγματικό πνεύμα, δεν θεωρώ πως νοείται ο τυπικός κάτοχος του αξιώματος του προέδρου ανώτατου δικαστηρίου, αλλά ο λειτουργικός φορέας του ρόλου- πως ο ΠτΔ μπορούσε να επιλέξει πρωθυπουργό και εκ των προεδρευόντων αντιπροέδρων των άλλων δικαστηρίων. Και μου τηλεφώνησε αυθημερόν ο κ. Παυλόπουλος, λέγοντας πως δεν είχε περιθώριο επιλογής. Και πως την άποψη αυτή συμμεριζόταν και ο κ. Σ. Ρίζος, πρώην πρόεδρος του ΣτΕ, επικεφαλής των νομικών υπηρεσιών της προεδρίας)…

Η εξωφρενική εμμονή της πως, ορίζοντας «οι δικαστές αποχωρούν υποχρεωτικώς με τη συμπλήρωση…», το Σύνταγμα εννοεί «αποχωρούν προαιρετικώς»…

Η προκλητική μετακίνησή της στο πρωθυπουργικό γραφείο, προκειμένου να προσφέρει τις νομικές υπηρεσίες της –θυμίζω πως υπάρχει Νομικό Συμβούλιο- την επομένη της συνταξιοδότησής της…

Και η σπουδή της ψυχορραγούσης κυβέρνησης του Σύριζα να την τοποθετήσει/βολέψει –παρ’ όλα τα προαναφερόμενα, αν όχι εξ αιτίας τους- σε χρυσοφόρο θέση προέδρου ανεξάρτητης αρχής… (Αυτό δεν ήταν μόνο προκλητικό, αλλά και αντιφατικό με όσα η ίδια χαρακτήριζε ως δεοντολογικώς απαράδεκτα)…

Όλα αυτά μου προκαλούσαν αποστροφή για την κυρία πρόεδρο. Αμφιβάλλω αν άλλο πρόσωπο με ρόλο στον δημόσιο βίο της χώρας και δη δικαστικός λειτουργός λειτούργησε ποτέ τόσο προκλητικά για την κοινωνία. Πρωτίστως δε για τους ίδιους τους -κοινωνικά ευαίσθητους- δικαστές. (Θυμάμαι, σε ένα συνέδριο για το Σύνταγμα και τη Δικαιοσύνη, τον αντιπρόεδρο του ΣτΕ κ. Αθ. Ράντο να λέει «αν μας επιδικαστούν άλλα αναδρομικά, θα ζητήσω και μια κρησάρα να κρύβω την ντροπή μου». Θυμάμαι και την κοινωνική συστολή ενός εκ των παππούδων μου, του προέδρου εφετών Αθηνών Νικήτα Ψαρρού).

Εντούτοις, είμαι υποχρεωμένος να αναγνωρίσω πως…

Κάποια από τα προαναφερόμενα σε σχέση με την κα Θάνου δεν είναι πρωτόγνωρα…

Και δεν αναφέρομαι στο ότι και ο κ. Αθανασίου, συνδικαλιστής ων, μπήκε επί ΝΔ στον Άρειο Πάγο. Αυτός κρίθηκε από το δικαστικό συμβούλιο. Ενώ η περί ης, διατηρούσα την συνδικαλιστική ιδιότητα, και για αντιπρόεδρος –εδώ δεν συγχωρώ τον ιδιοφυή Βαγγέλη Βενιζέλο, γιατί δεν σταμάτησε την εκλογή της- αλλά και για πρόεδρος κρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο. Μόνο, δε, ο Κυρ. Μητσοτάκης, στην ακρόαση στη Βουλή, της έθεσε θέμα συμβατότητας των δύο ρόλων, προέδρου και συνδικαλίστριας.

Αναφέρομαι στο γεγονός πως και ο Βασίλης Κόκκινος –που θα δίκαζε τον Ανδρέα Παπανδρέου- επελέγη με μεγαλύτερη βουτιά στην επετηρίδα (όπως επελέγη και ο, αμείλικτος εχθρός του Ανδρέα, Σωκράτης Σωκρατείδης)…

Και αναφέρομαι, επίσης, στο ότι και ο κορυφαίος κ. Κράνης – κατά τους γνωρίζοντες «ποιοτικά καμία σχέση με Θάνου»- πήρε υπουργικό αξίωμα αμέσως μετά τη συνταξιοδότησή του. (Πάντα διακηρύσσω πως πρέπει συνταγματικά να απαγορευθεί στους δικαστικούς λειτουργούς να παίρνουν δημόσιο αξίωμα τα πρώτα χρόνια από την αφυπηρέτησή τους, για να μην υπάρχει υπόνοια συναλλαγής με τους κυβερνώντες. ¨όπως υποστηρίζω τη μετάθεση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, επιλεγούσης μεταξύ των αρχαιοτέρων δικαστών και με πλειοψηφία των 3/5 των μελών της, της ευθύνης για την επιλογή των δικαστικών ηγεσιών: Άρα, εφόσον διασφαλιστεί πλειοψηφία για εκλογή ΠτΔ, πρέπει να εγκαταλειφθεί η δρομολογημένη αναθεώρηση και να ξεκινήσει άλλη).

Τέλος, ως προς την έκπτωση της κυρίας.

Εδώ είμαι πραγματικά αμφίθυμος. Η απέχθεια για το στίγμα και τη διαδρομή της δικαιολογεί άραγε την –οιονεί προσωποποιημένη, «μη γνήσια αναδρομική»- «απεχθή» μεταχείριση των θεσμών; Νομίζω πως εάν ήμουν συγγραφέας ειδικής πραγματείας μάλλον θα απαντούσα όχι. Δεν είμαι βέβαιος τι θα έκανα στη θέση του Μητσοτάκη. (Αν και φοβάμαι πως ίσως το ΣτΕ ακυρώσει ή/και να αναστείλει την έκπτωσή της. Εκτός εάν η υπόθεση «σωθεί» με την αναφορά στη μη τήρηση της διαδικασίας του 101Α&2 του Συντάγματος που πρόσθεσε ο Γεραπετρίτης)…

Θανάσης Διαμαντόπουλος/*Ο κ. Θανάσης Διαμαντόπουλος είναι Ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης

Tagged

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *